διαπαρατριβή

διαπαρα-τρῐβή, ,
A constant wrangling, 1 Ep.Ti.6.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπαρατριβή — διαπαρατριβή, η (Α) βίαιος ανταγωνισμός …   Dictionary of Greek

  • διαπαρατριβή — constant wrangling fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπαρατριβαῖς — διαπαρατριβή constant wrangling fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπαρατριβαί — διαπαρατριβή constant wrangling fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.